βαϊς

βαί̈ς, -ιν
Grammatical information: f.
Meaning: `palm leaf' (LXX, Pap.),
Other forms: βάϊον n. `id.'; also `measure' (Ev. Jo., Pap.).
Derivatives: Adj. βαϊνός (Sm.) `of palm leaf', βαινή f. `branch of a palm' (LXX).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: From Eg. b`j, Copt. bai; s. Hemmerdinger, Glotta 46 (1968) 245f..
Page in Frisk: 1,210

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάι — (λ. τουρκ.), επιφώνημα που εκφράζει λύπη και στενοχώρια: Βάι, βάι! Τι θα κάνουμε! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάι — Φοινικόδασος της Κρήτης, μοναδικό σε όλη την Ελλάδα, στο ΒΑ άκρο του νομού Λασιθίου και του νησιού, στο εσωτερικό του όρμου Γκράντες. Το Β., που έχει κηρυχθεί αισθητικό δάσος, καταλήγει σε μια θαυμάσια αμμουδιά. Κοντά στο φοινικόδασος υπήρχε… …   Dictionary of Greek

  • βάι — βάγιο κ. βάι τα ветки вербы, лавра, финика, пальмы, раздаваемые верующим на Вербное Воскресенье; ΦΡ. Κυριακή των Βαϊων Вербное Воскресенье – двунадесятый переходящий праздник Вход Господень в Иерусалим Этим. < βαϊον «пальмовая ветвь» < егип …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • βαί' — βαίᾱͅ , βαία nurse fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βᾶι — Βᾷ , Βᾶς masc dat sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βᾶι — βᾷ , βάζω speak fut ind mid 2nd sg (epic) βᾷ , βάζω speak fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαίω — Βαί̱ω , Βαῖος masc nom/voc/acc dual Βαί̱ω , Βαῖος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαίοις — Βαί̱οις , Βαῖος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαίου — Βαί̱ου , Βαῖος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαίων — Βαί̱ων , Βαῖος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαίῳ — Βαί̱ῳ , Βαῖος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.